βαθυπόλεμος

βᾰθυ-πόλεμος, ον,
A plunged deep in war, Pi.P.2.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθυπόλεμος — βαθυπόλεμος, ον (Α) (για τον Άρη) αυτός που ασχολείται διαρκώς με τον πόλεμο …   Dictionary of Greek

  • βαθυπολέμου — βαθυπόλεμος plunged deep in war masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόλεμος — Ένοπλος αγώνας στον οποίο καταφεύγουν τα κράτη για να υπερασπίσουν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά τους, όταν τα ειρηνικά μέσα έχουν αποδειχτεί ανώφελα. Παρόμοια σύγκρουση μπορεί να γίνει και μεταξύ αντίθετων μερίδων του ίδιου λαού και τότε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.